Μια "Συνάντηση" των κινημάτων, μια "Αναμέτρηση" με τις αδυναμίες μας

Στις συνθήκες της ήττας και της ταξικής υποχώρησης, ιδιαίτερα από το 2015 και μετά την επιστροφή της σκληρής νεοφιλελεύθερης και ακροδεξιάς στην κυβέρνηση, ένα τμήμα της ελληνικής ριζοσπαστικής αριστεράς αρνήθηκε να υποχωρήσει και κάνει μια συγκεκριμένη προσπάθεια να προχωρήσει στην ανασυγκρότησή της! Η ενωτική συνδιάσκεψη(1) προγραμματίζεται για το πρώτο Σαββατοκύριακο του Ιανουαρίου(2) στη βάση του έμπρακτου ριζοσπαστισμού, που αρνείται να εγκλωβιστεί σε αυτοδιακηρύξεις και βεβαιότητες, θεωρώντας κρίσιμη μια οργανωτική αλλά και προγραμματική ανασύνθεση της αριστεράς του 21ου αιώνα - τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς. Αν και πολλά από τα προγραμματικά, στρατηγικά και τακτικά ζητήματα θα απαιτήσουν περαιτέρω συζήτηση, εδώ προσπαθούμε να δώσουμε το σημερινό στίγμα της ελληνικής εμπειρίας.

_._._

Ζούμε σε μια μεταβατική περίοδο, η οποία, μερικές φορές, μοιάζει στατική στην καθημερινότητά της. Ο κόσμος του 20ού αιώνα, με τα όριά του, πολιτικά, κοινωνικά και ιδεολογικά, έχει ήδη μείνει πίσω μας και εισήλθαμε στον 21ο αιώνα με την παντοδυναμία της αγοράς, τη δυτική κυριαρχία και τον καπιταλισμό στο βάθρο του "τέλους της ιστορίας". Αυτό το status quo όμως κλονίστηκε από τη δυναμική της κρίσης, την επανεμφάνιση της ταξικής πάλης, ακόμα και από κοινωνικές επαναστάσεις. Από το κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης και, κατόπιν, τα κινήματα που ξέσπασαν μετά τη διαρθρωτική καπιταλιστική κρίση του 2008 μέχρι την πανδημική πραγματικότητα του COVID, τα φαντάσματα επέστρεψαν πάνω από την Ευρώπη, πάνω από την κατειλημμένη Wall Street, πάνω από τον αραβικό κόσμο.

Ο καπιταλισμός έχει βιώσει περισσότερες κρίσεις και συγκρούσεις από όσες προέβλεπαν οι θεωρητικοί του. Σε τέτοιο βαθμό που το ερώτημα "τι έρχεται μετά τον καπιταλισμό;" απασχολεί πλέον όλο το πολιτικό φάσμα -και όχι μόνο τους λεγόμενους περιθωριακούς και ριζοσπάστες. Τα κράτη επιλέγουν να θωρακιστούν με αντεπίθεση, εντείνοντας τον ενδοταξικό ανταγωνισμό μεταξύ των φτωχών και προσφέροντας όλο και περισσότερο την εξουσία τους στην προστασία του πλούτου των λίγων. Η δεξιά είτε στρέφεται προς φασιστικές και ρατσιστικές θέσεις, επικαλούμενη εσωτερικούς εχθρούς, είτε προσπαθεί να βρει ένα νέο αφήγημα ενσωμάτωσης. Σε πολλές περιπτώσεις, αναλαμβάνει η ίδια τον παρασιτικό ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας: ενσωματώνει ορισμένα αιτήματα των κινημάτων, μόνο εν μέρει και μόνο σε ένα πλαίσιο φιλελευθερισμού που δεν αμφισβητεί τις πολιτικές και παραγωγικές συνθήκες. Είναι τέτοια η μετατόπιση του πολιτικού φάσματος που οι παραδοσιακές ιστορικές θέσεις της σοσιαλδημοκρατίας επικοινωνούνται ως ριζοσπαστισμός -ακόμη και ως σοσιαλιστική πολιτική (χαρακτηριστικό παράδειγμα η αντίδραση της αμερικανικής Alt-Right και του Τραμπ στον Μπάιντεν). Είναι πλέον σαφές ότι η υπεράσπιση του υπάρχοντος, του "όλα πάνε καλά, άντε και με λίγες εξαιρέσεις" της αστικής τάξης, κατέρρευσε στα σκαλιά του αμερικανικού Καπιτωλίου.

Ο λόγος των κινημάτων σε όλο τον κόσμο, που συχνά αποτελούν μειοψηφία, φαίνεται να κατανοεί τις πηγές της ανισότητας, να αναγνωρίζει την καπιταλιστική εκμετάλλευση ως τη βασική αιτία των πολλαπλών κρίσεων και, άρα, να προβλέπει μια επάνοδο του αντικαπιταλισμού, στο εγγύς μέλλον. Το μέλλον, ωστόσο, δεν έρχεται από μόνο του. Πιστεύουμε ότι για να μπορέσουν τα κινήματα να αντιμετωπίσουν τις κυρίαρχες δυνάμεις, απαιτείται μια ριζοσπαστική, κοινωνική παρέμβαση των κινημάτων και της αριστεράς.

Σε αυτό το παγκόσμιο πλαίσιο, ποια είναι η κατάσταση της αριστεράς σήμερα στην Ελλάδα μετά την κατάρρευση της "αριστερής κυβέρνησης", όπως εκπροσωπήθηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ, και τις καταστροφικές συνέπειες που είχε; Σε ευρύτερους κοινωνικοπολιτικούς όρους, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ συνέχισε και επέκτεινε τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, προκαλώντας ζημιά στους εργαζόμενους, τους φοιτητές και τους νέους, και ηττήθηκε άνετα στις εκλογές του 2019 επιτρέποντας την επιστροφή της κυρίαρχης πλέον και εκδικητικής Νέας Δημοκρατίας -η οποία τα προηγούμενα χρόνια είχε δεχθεί βαρύ πλήγμα λόγω της εφαρμογής των μνημονίων.

Η δεξιά κυβέρνηση της Ελλάδας, υπό την κάλυψη της πανδημίας, ψήφισε δεκάδες μέτρα προς όφελος των πλουσίων, εις βάρος των εργαζομένων, ενώ επέκτεινε μαζικά τις αστυνομικές εξουσίες ως προληπτικό μέτρο για το ενδεχόμενο ενός νέου γύρου εξεγέρσεων. Το καθήκον της υπεράσπισης της κοινωνίας και των εργατικών δικαιωμάτων γίνεται εμφανές, αλλά οι οργανωμένοι αγώνες παρουσιάζουν διακυμάνσεις: βλέπουμε αγώνες που μπορούν να θεωρηθούν περιθωριακοί, να εξελίσσονται σε κεντρικά κινήματα (όπως ο αγώνας για τη στήριξη του πολιτικού κρατούμενου Δημήτρη Κουφοντίνα) και μεγάλα ζητήματα (όπως το πρόσφατο αντιδραστικό νομοσχέδιο για τα εργασιακά) να περνούν με ελάχιστη αντίσταση.

Αυτό το παράδοξο μας επαναφέρει στη σημασία του αυθόρμητου για την ανάπτυξη της ταξικής και κοινωνικής πάλης: στην πηγή του είναι οι πολυδιάστατες πτυχές της καθημερινότητας, οι συλλογικές εναλλακτικές λύσεις (ή η απουσία τους), αλλά και η ικανότητα διασύνδεσης κινημάτων και κοινωνικών πρωτοβουλιών. Η επαναστατική αριστερά είναι σημαντικά πιο αδύναμη από ό,τι στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας, όταν ξέσπασαν ισχυρές κοινωνικές δυναμικές στον αγώνα ενάντια στη λιτότητα, το ΔΝΤ και τις νεοφιλελεύθερες επιθέσεις κατά της μεγάλης πλειοψηφίας. Οι συλλογικές μας αδυναμίες έγιναν εμφανείς με την πλήρη ενσωμάτωση του ΣΥΡΙΖΑ στη mainstream πολιτική, το 2015, και με την εμφάνιση του δόγματος ΤΙΝΑ. Βρεθήκαμε σε μια κατάσταση σημαντικής εσωτερικής κρίσης που οδήγησε σε διασπάσεις, σε ομαδοποιήσεις, με την απομόνωση να θεωρητικοποιεί την επανάσταση ως γενική "τακτική" και "στρατηγική", αδυνατώντας να προσανατολιστούν στους ρυθμούς των κοινωνικών ρήξεων. Ήμασταν και είμαστε μέρος αυτής της αριστεράς, μοιραζόμαστε τα λάθη και τις αδυναμίες της, έχουμε αγωνίες και ερωτήματα.

Πέρα όμως από τα ερωτήματα, θέλουμε να έχουμε και κάποιες απαντήσεις. Πιστεύουμε ότι η αριστερά του 21ου αιώνα δεν πρέπει να αποκοπεί από το ιστορικό της παρελθόν, αλλά να αναπτύξει μια κριτική θεωρία του παρελθόντος, να το ανακατασκευάσει με τέτοιο τρόπο ώστε να έχει νόημα στο παρόν και ιδιαίτερα σε κρίσιμες στιγμές και στιγμές κινδύνου. Σε ένα πλαίσιο στο οποίο ο καπιταλισμός τροφοδοτεί τη βαθιά κόπωση της κοινωνίας, βλέπουμε δύο τάσεις:

  • Είτε η κοινωνία στρέφεται προς την ακροδεξιά, η οποία επανασχεδιάζει πάντα τις παλιές της συνταγές: αναζήτηση εσωτερικών εχθρών, παρακρατική δράση, αυταρχισμός, πόλεμος και εθνική ρητορική. Σε ένα τέτοιο αντιδραστικό, ξενοφοβικό και ρατσιστικό κλίμα, η επαναστατική αριστερά συχνά περιθωριοποιείται και καταγράφεται η ίδια ως αντιλαϊκή δύναμη, ακόμη και σε θέματα που θέλει να αντιμετωπίσει.

  • Ή, η αριστερά κατανοήσει το σημερινό κίνημα και τις επιθυμίες των πολλών: τα κινήματα που αναπτύχθηκαν τα τελευταία δέκα χρόνια έχουν στον πυρήνα τους αμεσοδημοκρατικά χαρακτηριστικά, τα οποία είχαν περιθωριοποιηθεί στις παραδόσεις του περασμένου αιώνα. Υπάρχει μια πρακτική παγκόσμια επιθυμία των κινημάτων για την απόρριψη των γραφειοκρατικών μοντέλων, για άμεση δημοκρατία, για "νέες μορφές συλλογικής ζωής", για την καθιέρωση ενός νέου μοντέλου πολιτικής παρέμβασης ως αποτέλεσμα της συντριπτικής δυσπιστίας απέναντι στην πολιτική εκπροσώπηση, του εντοπισμού και της ιεράρχησης ριζοσπαστικών αναγκών που συνδέονται με τη φυλή, το φύλο, τα κοινωνικά και πολιτικά δικαιώματα. Οι θέσεις αυτές είναι γενικές, καθώς οι διάφορες ενδιαφέρουσες εμπειρίες, οι δημιουργικές αντιστάσεις και πρακτικές, αναπτύσσονται εφήμερα και σποραδικά: λειτουργούν ως κοιτίδες και εφήμερα εργαστήρια.

Για να ακολουθήσουμε αυτές τις κατευθυντήριες γραμμές, πρέπει να επιστρέψουμε στα ξεχασμένα λόγια του Λένιν: "Η νίκη θα έρθει μόνο σε εκείνους που έχουν πίστη στους ανθρώπους, σε εκείνους που είναι βυθισμένοι στη ζωογόνο πηγή της κοινωνικής δημιουργικότητας". Δεν επιθυμούμε να ηγηθούμε, δεν επιθυμούμε να αντιληφθούμε τους εαυτούς μας ως μια οργανωμένη πρωτοπορία: επιθυμούμε να μάθουμε, να φροντίσουμε, να συμβάλουμε στη συνάντηση και την ενδυνάμωση των κινημάτων και της εργατικής δομής. Επιθυμούμε να αντιμετωπίσουμε τις αδυναμίες μας και να αναπτύξουμε μια νέα ταυτότητα που να επικοινωνεί με την κοινωνική δυσαρέσκεια προκειμένου να τη μετατρέψουμε σε κοινωνική δημιουργικότητα. Ο Κωστής Παλαμάς, ένας διάσημος Έλληνας ποιητής, το έγραφε ως εξής: "Ακούστε. Εγώ είμαι ο γκρεμιστής, γιατί είμ’ εγώ κι ο κτίστης" και, έτσι, κι εμείς πρέπει να κατεδαφίσουμε και να χτίσουμε.

Αναπόφευκτη προϋπόθεση για την ανασυγκρότηση της αριστεράς είναι ο απολογισμός των συσσωρευμένων ηττών. Αυτό το καθήκον δεν μπορεί να παραλειφθεί. Πρέπει να βρούμε τρόπους να μεταφέρουμε τις αποσπασματικές εμπειρίες των τελευταίων ετών, καθώς και τις κριτικές ιδέες που τις συνόδεψαν. Η ανασυγκρότηση πρέπει να προχωρήσει από τα κάτω, αναλαμβάνοντας σήμερα ένα τριπλό καθήκον.

1.

Το διεθνές καθήκον έχει να κάνει με την προοπτική διάδοσης της κοινωνικής δημιουργικότητας, της σύνθεσης των επιμέρους αιτημάτων και των εθνικών κινημάτων σε ένα ευρύτερο όραμα νίκης.

Η διεθνιστική αριστερά που θέλουμε να οικοδομήσουμε πρέπει να είναι, για όλους τους λόγους που είπαμε, αλληλέγγυα με όλους τους διωκόμενους και τους απόκληρους όλου του κόσμου, των λαών, των κινημάτων και του πλανήτη. Αλλά η αλληλεγγύη δεν αρκεί: χρειαζόμαστε επίσης αμοιβαία βοήθεια, συντονισμό, σύγκλιση, οργάνωση διεθνώς, όπως ακριβώς είναι διεθνώς οργανωμένος και ο εχθρός μας. Χρειαζόμαστε λοιπόν μια αριστερά που να κατανοεί τον κόσμο πέρα από τις εθνικές παρωπίδες που μας επιβάλλει ο καπιταλισμός και να οργανώνεται ανάλογα. Χρειαζόμαστε μια αριστερά που να είναι διεθνής.

Διεθνής εκ των προτέρων, ηθικά, προγραμματικά, αλλά και οργανωτικά: Και πιο συγκεκριμένα, θέλουμε να μάθουμε από τις εμπειρίες της υπόλοιπης αριστεράς, που δεν περιορίζεται μόνο στη χώρα μας, να μάθουμε από τις σκέψεις, τα διδάγματα, τις διαδικασίες που μπορούν να μας βοηθήσουν να εμπλουτιστούμε, από τις γειτονικές μας χώρες και από τις πιο μακρινές. Και όχι μόνο να μάθουμε, όχι μόνο να στηρίξουμε ο ένας τον άλλον, αλλά και να οργανώσουμε από κοινού την κοινή μας ύπαρξη, τους κοινούς μας αγώνες, το κοινό μας μέλλον.

2.

Το πολιτικό καθήκον είναι να αγωνιστούμε τόσο για τα προβλήματα των πολλών (για την εργασία, τα κοινωνικά κεκτημένα, κ.λπ.), αλλά και για προβλήματα που μπορεί να φαίνεται ότι αφορούν μειονοτικά ή ταυτοτικά ζητήματα, αλλά είναι απαραίτητα για την απελευθέρωση της κοινωνικής δημιουργικότητας, για την ένταξη όσων είναι αόρατοι στον πολιτικό αγώνα.

Είναι επίσης να γνωρίζουμε ότι οι μεταρρυθμίσεις μπορεί να είναι χρήσιμες και αναγκαίες, αλλά δεν είναι ο δρόμος για την ανατροπή του καπιταλισμού και τον σοσιαλισμό. Το να εναποθέσουμε την ελπίδα μας σε μια διαδικασία μεταρρυθμίσεων, όσο γνήσια, συνεκτική και ενεργή κι αν είναι, θα σήμαινε να αγνοήσουμε το γεγονός ότι οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις δεν αλλάζουν τη φύση της υπάρχουσας κοινωνίας. Ένας αιώνας σοσιαλδημοκρατικών μεταρρυθμίσεων στη Δύση δείχνει απερίφραστα ότι οι μεταρρυθμίσεις δεν αρκούν για να "ξεπεραστεί" ο καπιταλισμός -και οι φρικαλεότητές του θα επιστρέψουν!

Ακόμα και αν οι μεταρρυθμίσεις φαίνονται να είναι ο μόνος δυνατός δρόμος αυτή τη στιγμή, αυτό δεν τις καθιστά κατάλληλα εργαλεία αν, όπως το θέτουν οι Ζαπατίστας, το καθήκον είναι να δημιουργήσουμε έναν νέο κόσμο. Αν γίνουν με συγκεκριμένο τρόπο, μπορούν να συμβάλουν ανεκτίμητα στην πρόοδο προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά δεν είναι από μόνες τους ο δρόμος που θα μας οδηγήσει εκεί. Η βαρβαρότητα του σημερινού κόσμου ξεπερνάει σίγουρα τα στενότερα όρια της μεταρρύθμισης και του οριακού μετασχηματισμού, αλλά απαιτεί μετασχηματισμούς μακράς εμβέλειας.

3.

Το οργανωτικό καθήκον είναι να ξεφύγουμε από την κατάσταση της αριστερής μελαγχολίας, την ιδέα του "τι θα μπορούσε να είχε γίνει" προηγούμενων εποχών, κινημάτων και οργανωτικών μοντέλων. Να οικοδομήσουμε από αυτό που έχουμε, αυτό που χρειαζόμαστε. Έχουμε διαπιστώσει ότι μια νέα συνεκτική προσπάθεια ανασυγκρότησης του κινήματος και της ριζοσπαστικής αριστεράς μπορεί να βρει πρόσφορο έδαφος, ιδιαίτερα μεταξύ των νεότερων ανθρώπων. Τα κοινωνικά κινήματα είναι ζωντανά και νέες κινητοποιήσεις αναδύονται πάντα. Νέες γενιές προσεγγίζουν την Αριστερά και κομμουνιστικές ιδέες αγγίζουν μεγάλους αριθμούς ανθρώπων (βλέπε π.χ. millennial socialism).

Σε αυτή την κατεύθυνση, πρόκειται να δημιουργήσουμε μια νέα επαναστατική αριστερή οργάνωση τον Ιανουάριο με ένα ανοιχτό, συλλογικό και ουσιαστικό συνέδριο. Μια νέα οργάνωση που θα ενισχύει τους αριθμούς της, που θα ενισχύει τα μέτωπα/κινήματα στα οποία συμμετέχει, αλλά και θα έχει τη δυνατότητα να ανασυγκροτήσει παραδόσεις και ιδέες. Την πρωτοβουλία αυτή την ανέλαβαν κυρίως δύο οργανώσεις, που ονομάζονται “Συνάντηση” και “Αναμέτρηση” με τα μέλη τους να περιλαμβάνουν ανθρώπους που συμμετείχαν στον ΣΥΡΙΖΑ, τη ριζοσπαστική πλειοψηφία της νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ που αποχώρησε από το κόμμα το 2015, ανθρώπους που έπαιξαν ενεργό ρόλο στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ και σε άλλες ακροαριστερές οργανώσεις, νέους που εντάχθηκαν στον πολιτικό αγώνα μετά το 2015 και μέλη της 4ης Διεθνούς.

Οι ιδέες και οι αξίες που επικρατούν στην καπιταλιστική κοινωνία διαπερνούν και την αριστερά. Γι' αυτό και η διαμόρφωση της αριστεράς που χρειαζόμαστε είναι ο αδιάκοπος αγώνας για μια νέα πρακτική ριζοσπαστικής αριστερής πολιτικής. Με ειλικρινή και διαρκή θέληση για συνάντηση με τα άλλα ρεύματα, με τις οργανώσεις και τους ακτιβιστές της ριζοσπαστικής αριστεράς, επιδιώκουμε να συμβάλουμε σε μια νέα κουλτούρα στην αριστερά, μακριά από κακές παραδόσεις του παρελθόντος. Θέλουμε να αναλάβουμε τα καθήκοντα που μας ανήκουν και να μοιραστούμε ευθύνες και με τις άλλες δυνάμεις της αριστεράς, με κριτήριο το κοινό καλό του κινήματος. Θέλουμε να συμβάλλουμε στις κοινές προσπάθειες της αριστεράς να περάσει στην αντεπίθεση χτίζοντας και αξιοποιώντας δεσμούς με την κοινωνία στους χώρους δουλειάς και στις γειτονιές και αναπτύσσοντας μια στρατηγική επικοινωνία που θα αξιοποιεί τα ψηφιακά μέσα για να σπάσει τον αποκλεισμό από τη δημόσια σφαίρα των κριτικών και επικίνδυνων φωνών.

Σε αυτή την κατεύθυνση απευθυνόμαστε στους ακτιβιστές και τα κινήματα του κόσμου: Συνεχίστε να συζητάτε για την Ελλάδα και συνεχίστε να μιλάτε για μια ριζοσπαστική εναλλακτική λύση στην Ελλάδα.

Όπως μας έδειξε η Χιλή με την εξέγερση και τον πρόσφατο αγώνα του λαού της, δεν πρόκειται να επιστρέψουμε στην κανονικότητα γιατί η κανονικότητα ήταν ακριβώς το πρόβλημα.

Αντώνης Φάρας & Τάσος Αναστασιάδης

24/12/2021

 

Ο Αντώνης Φάρας είναι αγωνιστής και μέλος του συντονιστικού της Συνάντησης. Ο Τάσος Αναστασιάδης είναι αγωνιστής της ΤΠΤ (ελληνικό τμήμα της 4ης Διεθνούς), που συμμετέχει στη συγκρότηση αυτής της νέας οργάνωσης.

 

Μετάφραση ΤΠΤ από το: https://fourth.international/

 

 

(*) Το 2018 υπήρξε μια αρχική συσπείρωση, που περιστράφηκε κυρίως γύρω από τη νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία είχε ήδη αποχωρήσει από το κόμμα το 2015, (ΟΝΡΑ) και άλλες ομάδες, οι περισσότερες από τις οποίες προέρχονται από διασπάσεις του ΣΥΡΙΖΑ. Εν τω μεταξύ, ένας μεγάλος αριθμός προήλθε και από νέους φοιτητές που μπορεί να δραστηριοποιήθηκαν πολιτικά μετά το 2015, χωρίς να επιβαρύνονται με την εμπειρία των διασπάσεων. Αυτή η συσπείρωση είχε διατηρήσει το περιγραφικό όνομα "Συνάντηση για μια αντικαπιταλιστική και διεθνιστική Αριστερά". Ταυτόχρονα, όμως, τους ίδιους προβληματισμούς είχαν και τμήματα που προέρχονταν από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, μια συσπείρωση της αντικαπιταλιστικής αριστεράς που βρίσκεται ήδη στο δωδέκατο έτος της, η οποία έχει παγιδευτεί στις αναδιπλώσεις των οργανώσεων-μελών της. Μια διάσπαση από τη νεολαία του ΝΑΡ (της μεγαλύτερης οργάνωσης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ), η "Αναμέτρηση", με παρόμοιες ανησυχίες σχετικά με την ανάγκη για ανασύνταξη, πρακτικό ριζοσπαστισμό και προγραμματική αναζήτηση. Η σημερινή ενοποίηση έχει ως κύριο κορμό αυτές τις δύο οντότητες, την "Συνάντηση" και την "Αναμέτρηση", αλλά περιλαμβάνει και μικρότερες ομαδοποιήσεις, όπως μια διάσπαση από την ΑΡΑΝ (οργάνωση που ανήκε στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ και αργότερα στη ΛΑΕ), αλλά και την ΤΠΤ (ελληνικό τμήμα της 4ης Διεθνούς), καθώς και ανεξάρτητους(ες) αγωνιστές(τριες).

(2) Με την “όμικρον” μετάλλαξη της πανδημίας να πλήττει βίαια την Ελλάδα, στις αρχές του 2022, η Συνδιάσκεψη μετατέθηκε για λίγες εβδομάδες.